Τρίτη 13 Ιουλίου 2010
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Αγοραφοβία
ΣΚΙΤΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ
Αγοραφοβία
Ο άνθρωπος είχε ... φοβία. Έπασχε από αγοραφοβία. Και γιατί να μην πάσχει. Άτρωτος δεν ήταν. Ανοσία δεν είχε. Πανάκεια «κατά πάσης νόσου και μαλακίας» δεν είχε... άρα λοιπόν... μπορούσε να πάσχει ο άνθρωπος. Και δικαιολογημένα. Τόσες φοβίες βασανίζουν τους ανθρώπους της εποχής μας. ΄Όλοι έχουν τη φοβία τους, αυτός να μην την έχει, γίνεται.
Φοβίες. Ηλιοφοβία, φωτοφοβία, νεροφοβία, αυτκινητοφοβία, θορυβοφοβία, υψοφοβία, ερπετοφοβία, ανθρωποφοβία, τηλεφωνοφοβία, αγοραφοβία... (ανοίξτε το λεξικό και προσθέσετε το φοβία σ’ όλες τις λέξεις). Και αθεοφοβία υπάρχει. Και πλουσιότατη μάλιστα.
Αγοραφοβία, λοιπόν , είχε ο Γιάννης.
Κι’ οι φίλοι του ρωτούσαν και αναρωτιόνταν ηχηρά και άηχα.
- Που είναι ο Γιάννης.
- Που είναι ο Γιάννης.
- Που είναι ο Γιάννης.
Ερώτηση ήταν η απάντηση που έδινε ο ένας στο ερώτημα του
άλλου. Ηχώ γινόταν το ερώτημα. Διπλοαντήχηση η απάντηση.
- Που είναι ο Γιάννης
Στο καφενείο, όπου έπαιζε τον κουγκά του, δεν πηγαίνει. Στο
Δρόμο που έκανε τον περίπατό του, άφαντος. Στο κέντρο όπου δροσιζόταν με το αναψυκτικό του και τον ... αέρα, δεν πατά. Στον κινηματογράφο καθόλου. Στο μακρύδρομο τίποτα...
- Που είναι ο Γιάννης.
«Δια της εις άτοπον απαγωγής», οι φίλοι του πήγαν και τον
βρήκαν στο σπίτι του, στο «ταμείον», στο πιο εσωτερικό δηλαδή δωμάτιο του σπιτιού του.
- Πως είσαι Γιάννη.
- Καλά.
- Καλά.
- Καλά, γιατί όχι. Εδώ που κάθομαι είμαι καλά, καλύτερα, κάλλιστα.
Οι φίλοι του αφού συνεννοήθηκα άφωνα, προτείνουν.
- Πάμε έξω Γιάννη.
- Όχι.
- Μια βόλτα στο μακρύδρομο.
- Όχι.
- Στο καφενείο.
- Όχι.
- Κινηματογράφο.
- Όχι.
( Τα πολλά όχι, δηλαδή στον πληθυντικό γίνηκαν οχιά για τους
Φίλους του Γιάννη και τους δάγκωσε).
- ΄Όπου θέλεις εσύ, Γιάννη, προτείνουν.
- Εδώ! Απαντά αυτός
Οι δυο τον ένα δέρνουν τον, οι τρεις τον... κουβαλάνε στο γιατρό.
- Τι έχεις Γιάννη, ρωτά ο γιατρός.
- Ότι είχα πάντα.
- Δηλαδή.
- Τίποτα.
- Τότε γιατί ήρθες.
- Με φέρανε.
- Και γιατί σε φέρανε.
- Γιατί δεν ερχόμουν.
- Και γιατί δεν ερχόσουν.
- Γιατί δεν έχω τίποτα.
Ο γιατρός ανταλλάσσει ματιές με τους φίλους του Γιάννη.
Στραβώνει τα χείλη του. Κατάλαβε. Τον εξετάζει, τον στηθοσκοπεί, τον καρδιοσκοπεί, τον στομαχοσκοπεί, τον αντεροσκοπεί.
- Οι κενώσεις.
- Αυτό μας έλειπε.
- Δεν έχεις τίποτα.
- Δεν σας το έλεγα, γιατρέ.
- Να τρως καλά μονάχα. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Κατά προτίμηση κρέας, ψάρια, γάλα, τυρί, βούτυρο. Απ’ όλα.
- Νερό να πίνω, γιατρέ .
- Να πίνεις.
- Και πρωί και μεσημέρι και βράδυ.
- Ναι να τρως απ’ όλα, ότι βρεις.
- Αυτό και κάνω γιατρέ.
- Θα με τρελάνεις. Τι κάνεις.
- Ότι βρω τρώγω και πίνω. Νερό το πρωί, νερό το μεσημέρι, νερό το βράδυ. Νερό πριν από το νερό (φαγί). Νερό πάνω από το νερό (φαγί).
- Α, α! Δεν είναι ειδικότητάς μας αυτή η αρρώστια.
Και φώναξε τον «επόμενο» ο γιατρός.
Ένα ταξί ζήτησε ο Γιάννης για να φύγουν. Μπήκαν στο
αυτοκίνητο και κάθισε πλαγιαστός, όσο μπορούσε χαμηλότερα για το φόβο του μπακάλη, του χασάπη, του πραματευτή, του ράφτη, του καφετζή. Και σε ποιο δε χρωστούσε.
Από αγοραφοβία έπασχε ο Γιάννης. Σ’ όλους χρωστούσε. Μονάχα του ... Ρόπα δε χρωστούσε.
ΠΕΤΡΟΣ ΛΑΠΟΡΗΣ
(Αντρέας Ι. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στο ΝΕΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ την Κυριακή 11.5.1952)
Τα παρασκήνια
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Τα παρασκήνια
Κρυφακουστής για παράδειγμα, δεν είμαι, έλεγε στην παρέα του ένας πελάτης ενός πεζοδρομιακού καφενείου της οδού Λήδρας, παρά έχω αυτιά που ακούουν. Σε τι φταίω, για παράδειγμα, αν δεν έχω τη δύναμη να είμαι κυρίαρχος των αυτιών μου. Τι μπορώ να κάνω αν στα προστάγματά μου. Αυτιά μου κοιμηθείτε, πάψετε να λειτουργείτε. Πάψετε να ακούετε, τι βγαίνει, για παράδειγμα από το γειτονικό σπίτι, κι’ αυτά δεν υπακούουν. Η αυτοκυριαρχία των αισθήσεων είναι έργο των μεγάλων και εγώ δεν είμαι παρά μόνο ένας πελάτης τούτου του καφενείου.
Και δεν φταίει μονάχα η ανυπόταχτη, κουφή να την πάρει, ακοή μου, φταίνε, για παράδειγμα, και τα σπίτια. Ο τρόπος που χτίζονται εδώ και λίγα χρόνια, το ένα σε απόσταση από το άλλο σα να βρίσκονται σε διάσταση, και από τα τριγύρω τους παράθυρα σαν από τεράστια μεγάφωνα, για παράδειγμα εκπέμπονται τα εν οίκω και τα σπιτιάσιμα γίνονται δημόσια και βγαίνουν έτσι στο φανερό τα παρασκήνια. Καταλάβατε.
- Μας καροιδεύεις. Τι θες να καταλάβουμε μυστήριέ μου.
- Το θέαμα, για παράδειγμα, του υπερστήθους και της ράχης- τ’ άλλα τα συνηθίσαμε- που μας προσφέρει το ωραίο φύλο, αυτές τις καυστικές μέρες, στην ασφάλτινη σκηνή της οδού Λήδρας, έχει και τα παρασκήνιά του. Και ακούστε τα όπως τα άκουσα από το γειτονικό σπίτι.
- Μα με το μεσοφόρι θα πάμε έξω Εύα. Ντύσιμο το λες αυτό ή γδύσιμο. Ντυμένη ήσουνα με τις πυτζάμες. Τώρα τσιτσιδώθηκες.
- Να πάψουν οι ειρωνείες Μενέλαε. Τόσες και τόσες ντύνονται έτσι. Η Μαίρη, η Λόλα, η Καυτή, η Πίτσα, ποια και ποια όχι, δεν τις είδες.
- Εμένα με νοιάζει για ότι ξοδεύω τα λεφτά μου, Εγώ τα κερδίζω, έτσι θέλω να ντύνεσαι.
- Τα λεφτά που σου κερδίζουν άλλοι θέλεις να πεις.
- Εύα τι γλώσσα είναι τούτη.
- Της αλήθειας ( η αστή γυναίκα όταν πρόκειται για τη λατρεία της μόδας χρησιμοποιεί και προλεταριακές εκφράσεις).
- Θα με σκάσεις.
- Εσύ που επιμένεις με τέτοια ζέστη να βάλω γούνινα.
Έγινε για λίγο σιωπή στο σπίτι, μια σιωπή που εγκυμονούσε τα πιο κάτω.
- Έλα, τι με κοιτάζεις, εμπρός πάμε περίπατο.
- Με το σωβρακάκι θα πας.
- Αρμονία Εύα, για να είμαστε ζευγάρι ταιριαστό.
Φωνές, κλάματα και τσιριλιές ακολούθησαν και τα παρασκήνια έκλεισαν με ηχηρές χειρονομίες. Αυτά είναι τα παρασκήνια των ραχικών και υπερστηθικών επιδείξεων της αστικής τάξης, του καλού κόσμου, όπως λέει ο καλός κόσμος.
Από το σημείο αυτό η κουβέντα ξέφυγε από τα χέρια του ανθρώπου με το «για παράδειγμα» και πήρε σοβαρότερο χαρακτήρα. Συζητήθηκε και βγήκε το συμπέρασμα πως ούτε η Εύα είχε δίκιο ούτε ο Μενέλαος. Ειπώθηκε πως το ντύσιμο πρέπει να κανονίζεται από το περιβάλλον και την αισθητική και πως η Εύα αν ακολουθούσε αυτούς τους κανόνες το έκανε απλώς για τη μόδα και πως αν η μόδα πρόσταζε διαφορετικά αμέσως η Εύα θα ήταν πιστή λάτρισσά της.
΄Όσο για μας τους άντρες διαπιστώθηκε πως μένουμε σκλάβοι των υφασμάτινων και δερμάτινων δεσμών μας και πως μονάχα η... προοδευτική μας κυβέρνηση θα μας βάλει σε θεογνωσία με τη χωρίς στόπερ ανατίμηση των ρούχων και παπουτσιών, ανατίμηση που καλπάζει με τις ευλογίες της.
ΠΕΤΡΟΣ ΛΑΠΟΡΗΣ
(Αντρέας Ι. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στο ΝΕΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ την Κυριακή 8.7.1951)
Δευτέρα 17 Μαΐου 2010
Πειβάλλον που πνίγει
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Περιβάλλον που πνίγει
Τι να γίνω. Τι να γίνω, εσυλλογίζετο ο Κωστάκης του παλιού αναγνωστικού. Να γίνω σιδεράς. Φοβάμαι το πυρακτωμένο σίδερο, τις σπίθες και τα μουτζουρώματα. ΄Όχι δε θα γίνω σιδεράς. Να γίνω κτίστης. Θα με τρώει ο ήλιος, ο παγερός βοριάς, οι λάσπες και οι σκόνες. Φοβάμαι τις ψηλές τις σκαλωσιές και τις ψηλές τις στέγες. ΄Όχι δε θα γίνω κτίστης. Τι να γίνω. Να γίνω παπουτσής. Ωχ αηδία. Νάχεις να κάνεις με τα πόδια και όλων των λογιών τις μυρωδιές. ΄Όχι δε θα γίνω παπουτσής. Αυτά εσυλλογίζετο ο Κωστάκης και δε διάλεξε επάγγελμα.
Τυχερό παιδί ο Κωστάκης. Τυχερότερο από τη «13έτιδα θυγατέρα του Γουίλιαμ Μάκφερσον που όπως ο ίδιος κατάθεσε σ’ ένα δικαστήριο του Λονδίνου- σύμφωνα με τηλεγράφημα του Ρέουτερ- την έπνιξε γιατί ήθελε να γίνει καλλιτέχνιδα του κινηματογράφου.
Απερίσκεπτο το κορίτσι! Δεν ήξερε πως δεν επιτρέπεται να διαλέγεις επάγγελμα. Είναι τόσοι πολλοί που το απαγορεύουν. Διαλέγεις επάγγελμα. Θάνατος σε περιμένει. Πνιγμός.
- Πατέρα, δε χορεύω ωραία. Κοίταξέ με όπως στον κινηματογράφο, δεν είναι.
- Ναι κορούλα μου, πολύ ωραία.
- Πατέρα θα γίνω καλλιτέχνιδα.
- Πως. Για ξαναπές το. Θα σε πνίξω.
- Α,α,α,α. Δεν τραγουδώ ωραία πατέρα. Ποια τραγουδάει έτσι.
- Η Μάρθα ΄Εγγερθ.
- Θα γίνω τραγουδίστρια πατέρα.
- Κοκορόμυαλη, θα σε πνίξω.
- Ποια καλλιτέχνιδα του κινηματογράφου παίρνει αυτή την πόζα.
- Η Γκάρμπο.
- Θα γίνω καλλιτέχνιδα. Θα γίνω αστέρι.
- Θα σε πνίξω. Τ’ ακούς θα σε πνίξω
Και την έπνιξε. Την επήρε ο τραγικός πατέρας και «την εβύθισε εντός του ύδατος, όπου την εκράτησε μέχρις ότου επείσθη, ότι η θυγάτηρ του ήτο νεκρά».
Την έπνιξε η αλόγιστη πειθαρχία της στη στεντόρεια φωνή του εσώκοσμου της. Την έπνιξε η κοινωνική βία του καθεστώτος με τα χέρια του πατέρα της. Συνηθισμένο και καθημερινό έγκλημα σε βάρος των νεαρών υπάρξεων. Και, ίσως, μάλιστα όχι και από τα πιο στυγερά. Πόσων παιδιών πνίγεται καθημερινά και για όλη τους τη ζωή ο ψυχικός τους κόσμος κι’ έτσι πνιγμένοι από τους γονιούς, τους δασκάλους, την κοινωνία περνούν μαρτυρικά μιαν ολόκληρη ζωή.
- Γιαννάκη, μην τρέχεις σου λέω, θα πέσεις. Κι’ η μητέρα τον οδηγεί δέσμιο κρατώντας τον από το χέρι που είναι καμωμένο μονάχα για θωπείες. Γιαννάκη γιατί έβγαλες το πανωφοράκι σου, θα κρυώσεις. Γρήγορα φόρεσέ το. Κι’ ο Γιαννάκης υποχρεώνεται να φορέσει το αβάσταχτο επανωφόρι Γιαννάκη δεν θα πας έξω, δεν θα παίξεις, δε θα καθίσεις χάμω, δε θ’ αγγίξεις τη λάσπη, το νερό, το σκαλιστήρι. Εγώ θα σε ταίσω, Γιαννάκη, θα λερωθείς. ΄Άφησε το κουταλάκι. ΄Όλο απαγορεύσεις, ο γονιός, ο δάσκαλος- κατά επιστημονικό τρόπο ο δεύτερος- είναι η ψυχική τροφή που παρεμποδίζει την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού. Πνιγμός δηλ. ψυχικός πνιγμός.
Σε μια κοινωνία που η ατμόσφαιρά της είναι τόσο πνιχτική γιατί η αποσύνθεσή της έφτασε ως το κόκαλο, άλλος λίγο άλλος πολύ είμαστε και πνιγμένοι και πνίχτες.
ΠΕΤΡΟΣ ΛΑΠΟΡΗΣ
(Αντρέας Ι. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στο ΝΕΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ την Κυριακή 13.4.1952)
Παρασκευή 14 Μαΐου 2010
Το βαρύ καλάθι
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Το βαρύ καλάθι
Προχωρούσε με βήμα αργό. Βήμα σημειωτό με το καλάθι στο χέρι. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια της δημοτικής αγοράς σαν το μελλοθάνατο που τον ανεβάζουν στα σκαλοπάτια της κρεμάλας. Μάλλον για να είναι συγχρονισμένη η εικόνα μας, οι μελλοθάνατοι ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια της κρεμάλας όπως αυτός κατέβαινε τα σκαλοπάτια της δημοτικής αγοράς, (Η εικόνα αφορά τους κοινούς εγκληματίες. Γιατί χιλιάδες και χιλιάδες είναι οι ήρωες στα τελευταία δέκα χρόνια, που βάδισαν στον τόπο της εκτέλεσης με γαλήνη υπέροχη, με βήμα σταθερό, με το χαμόγελο στα χείλη και το τραγούδι στο στόμα πεθαίνοντας για το ψωμί και για τη λευτεριά).
Προχωρούσε αργά σα να είχανε μαγκώσει τα πόδια του. Κι’ η αιτία το καλάθι, το βαρύ καλάθι, που βάραινε τόσο πολύ σαν να είχανε τρυπώσει χίλιοι διάβολοι εκεί μέσα, χίλιοι Σεβάχ Θαλασσινοί.
- Τι περιείχε τέλος πάντων κι’ ήταν τόσο βαρύ το καλάθι. Κρέας, πατάτες.
-Όχι
-Λουβιά, μπάμιες, φασολάκια.
-Τίποτα μήλα, καρπούζια.
-Τίποτα νερό, αέρα. Τι διάβολο είχε τέλος
πάντων
πάντων
-Τίποτα σου λέω.
Άδειο ήταν και δεν υπάρχει βαρύτερο καλάθι στον κόσμο από το άδειο. ΄Όσο περισσότερα πράγματα δεν έχει μέσα τόσο και γίνεται βαρύτερο. Το βάρος του καλαθιού και το περιεχόμενό του είναι ποσά αντιστρόφως ανάλογα. ΄Όσο περισσότερο ψωνίσματα λείπουν από το καλάθι τόσο βαραίνει. Και το αντίθετο. ΄Όσο περισσότερα φαγώσιμα ρίχνεις το καλάθι τόσο χάνει από το βάρος του, τόσο γίνεται ελαφρύτερο. (Οι αχθοφόροι της δημοτικής αγοράς μπορεί να μη συμφωνούν. Μπορεί νάχουν διαφορετική γνώμη. Δικαίωμα τους. Ο καθένας από τη δουλειά του ξέρει).
-Τι λοιπόν δεν περιείχε το καλάθι και ήταν τόσο βαρύ και μάγκωνε τα πόδια του καλαθοφόρου.
Να λογική απάντηση που χρειάζεται απάντηση.
Δεν είχε πρώτα-πρώτα ψωμί γιατί ο άνθρωπος ακολουθώντας το συλλογισμό της κυβέρνησης που τα μίκρανε ελαφρώς δεν πήρε καθόλου για να μη γίνεται σπατάλη. Δεν είχε ντομάτες, φασολάκια, μπάμιες, καρπούζια, που ας όψεται η ψώρα που έφαγε το μεγαλύτερο μερτικό και το υπόλοιπο τ’ αφήνει για τους γαλαζοαίματους με τα πρησμένα βαλάντια. Δεν είχε κρέας. Αηδιαστική πολυτέλεια! Πτώματα!
Ο άνθρωπος έκανε γύρους στη δημοτική αγορά και δεν τόλμησε να ρίξει κάτι στο καλάθι ν’ αλαφρώσει. Τα είδε όλα και απήλθε. (Μονάχα λεμόνια δεν είδε. Φαίνεται πως έγιναν έκτακτες προμήθειες για κάποια θεάματα. Κι’ ο χυμός τους χρήσιμος είναι κι’ λεμονόκουπές τους).
ΠΕΤΡΟΣ ΛΑΠΟΡΗΣ
(Αντρέας Ι. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στο ΝΕΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ την Τετάρτη 12.7.1951)
Πέμπτη 13 Μαΐου 2010
Η μέθοδος των κολασμένων
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Η μέθοδος των κολασμένων
Παράτησε την εφημερίδα και κτύπησε το χέρι του απάνω στο τραπέζι. Τακ, ακούστηκε σα να κτύπησε κουτάλι ή κόκαλος. Γιατί σκελετός ήταν ο άνθρωπος. Κάτι παραπάνω. Καλάμι ντυμένο στο πετσί. Πετσί και κόκαλο. ΄Έπρεπε να ερευνήσεις για να τον ανακαλύψεις μέσα στα ρούχα του, που κρέμονταν απάνω του σαν από κρεμάστρα. Μπορούσες να παραδώσεις μαθήματα ανατομίας έχοντάς τον σαν εποπτικό μέσο διδασκαλίας. Μπορούσες να μετρήσεις τα κοκάλα των ασκέπαστων μελών του. Τα μάτια του βαθιά μέσα στις κόχες τους νομίζεις πως αποτραβήχτηκαν για να μη βλέπουν τις αηδίες της κοινωνίας μας. ΄Έμοιαζαν με τα χωμένα μέσα στις κόχες τους φώτα, που μας έβαλε ο κυρ δήμαρχος- άξιος ο μισθός του- για να κανονίζουν την τροχαία κίνηση και να γλιτώσουμε από τις θωπείες των τροχών. ΄Έμοιαζαν, με κάποια διαφορά. Τα φώτα είναι κρυμμένα βαθιά για να μη θαμπώνουν την ημέρα από το φως του ήλιου, ενώ αυτουνού τα μάτια για να τα δεις έπρεπε να τα φωτίσεις με φώτα του αυτοκινήτου σαν αυτά που μας τυφλώνουν κάθε βράδυ με το πολύ φως τους. ( Κι’ ύστερα σου λένε το πολύ φως στα μάτια δε βλάφτει ).
Αυτός ήταν ο άνθρωπος, μάλλον τα λείψανα του ανθρώπου.
Ακούς εκεί να με διδάξει η κυβέρνηση πως ν’ αντιμετωπίζω την πείνα! ΄Έχω τη μέθοδό μου, μέθοδο πρακτική. Τι μου χρειάζονται οι αυθυποβολές. Ακούς εκεί. Πες, σου λεει η κυβέρνηση πως τα 400 δράμια είναι 312,5 και θα σκοτώσεις την πείνα σου. Σπουδαίο πράμα. Πως μίκρανε η περιφέρεια και το πάχος του ψωμιού κατά ένα εκατοστόμετρο! Μήπως δεν μίκραναν όλα τα καρβέλια το ίδιο. Μήπως δεν έχουν το ίδιο μέγεθος. Μήπως βλέπεις πουθενά μεγαλύτερο που να σου θυμίζει περασμένα μεγαλεία...
Σταμάτησε, για λίγο, ο άνθρωπος και συνέχισε με μια φωνή βγαλμένη απ’ τα κοκάλα λες και οι χορδές του είχαν ξηραθεί σαν τ’ απόχτι του Λειβαδιού. ( Αιωνία του η μνήμη με τον αποκλεισμό των αιγών ).
Τη μέθοδο αυτή ας τη φυλάξει για το «΄Έθνος» ( εξόν αν δεν του κάμνει γιατί φραντζόλα τρωνε οι μέτοχοι του ). Εγώ έχω τη δική μου. Τη μέθοδο του κολανιού με τις τρύπες. Την εφαρμόζω από καιρό και είναι, φίλε μου, αποτελεσματική. Επαναστατεί το στομάχι. Ακόμα μια τρύπα πιο κάτω. Τόχω μαράνει, τόχω κάνει σα σταφίδα. Και τώρα δε μου χρειάζεται ούτε κολάνι.
Σήκωσε το σακάκι απάνω και φάνηκε στη μέση του, μια μέση σαν του σφήκα, ένας σπάγκος στις θηλιές του πανταλονιού που σούρωνε σαν παραμερισμένη κουρτίνα παραθυριού. ΄Ήταν απαραίτητος ο σπάγκος για λόγους ευκολονόητους.
΄Έχω κι’ εγώ τη μέθοδό μου. Είναι η μέθοδος των «κολασμένων» όλης της γης. Η μέθοδος του αγώνα! Είπε ένας εργάτης που καθόταν πλάι του.
ΠΕΤΡΟΣ ΛΑΠΟΡΗΣ
(Αντρέας Ι. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στο ΝΕΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ την Πέμπτη 5.7.1951)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

