ΣΚΙΤΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ
Αγοραφοβία
Ο άνθρωπος είχε ... φοβία. Έπασχε από αγοραφοβία. Και γιατί να μην πάσχει. Άτρωτος δεν ήταν. Ανοσία δεν είχε. Πανάκεια «κατά πάσης νόσου και μαλακίας» δεν είχε... άρα λοιπόν... μπορούσε να πάσχει ο άνθρωπος. Και δικαιολογημένα. Τόσες φοβίες βασανίζουν τους ανθρώπους της εποχής μας. ΄Όλοι έχουν τη φοβία τους, αυτός να μην την έχει, γίνεται.
Φοβίες. Ηλιοφοβία, φωτοφοβία, νεροφοβία, αυτκινητοφοβία, θορυβοφοβία, υψοφοβία, ερπετοφοβία, ανθρωποφοβία, τηλεφωνοφοβία, αγοραφοβία... (ανοίξτε το λεξικό και προσθέσετε το φοβία σ’ όλες τις λέξεις). Και αθεοφοβία υπάρχει. Και πλουσιότατη μάλιστα.
Αγοραφοβία, λοιπόν , είχε ο Γιάννης.
Κι’ οι φίλοι του ρωτούσαν και αναρωτιόνταν ηχηρά και άηχα.
- Που είναι ο Γιάννης.
- Που είναι ο Γιάννης.
- Που είναι ο Γιάννης.
Ερώτηση ήταν η απάντηση που έδινε ο ένας στο ερώτημα του
άλλου. Ηχώ γινόταν το ερώτημα. Διπλοαντήχηση η απάντηση.
- Που είναι ο Γιάννης
Στο καφενείο, όπου έπαιζε τον κουγκά του, δεν πηγαίνει. Στο
Δρόμο που έκανε τον περίπατό του, άφαντος. Στο κέντρο όπου δροσιζόταν με το αναψυκτικό του και τον ... αέρα, δεν πατά. Στον κινηματογράφο καθόλου. Στο μακρύδρομο τίποτα...
- Που είναι ο Γιάννης.
«Δια της εις άτοπον απαγωγής», οι φίλοι του πήγαν και τον
βρήκαν στο σπίτι του, στο «ταμείον», στο πιο εσωτερικό δηλαδή δωμάτιο του σπιτιού του.
- Πως είσαι Γιάννη.
- Καλά.
- Καλά.
- Καλά, γιατί όχι. Εδώ που κάθομαι είμαι καλά, καλύτερα, κάλλιστα.
Οι φίλοι του αφού συνεννοήθηκα άφωνα, προτείνουν.
- Πάμε έξω Γιάννη.
- Όχι.
- Μια βόλτα στο μακρύδρομο.
- Όχι.
- Στο καφενείο.
- Όχι.
- Κινηματογράφο.
- Όχι.
( Τα πολλά όχι, δηλαδή στον πληθυντικό γίνηκαν οχιά για τους
Φίλους του Γιάννη και τους δάγκωσε).
- ΄Όπου θέλεις εσύ, Γιάννη, προτείνουν.
- Εδώ! Απαντά αυτός
Οι δυο τον ένα δέρνουν τον, οι τρεις τον... κουβαλάνε στο γιατρό.
- Τι έχεις Γιάννη, ρωτά ο γιατρός.
- Ότι είχα πάντα.
- Δηλαδή.
- Τίποτα.
- Τότε γιατί ήρθες.
- Με φέρανε.
- Και γιατί σε φέρανε.
- Γιατί δεν ερχόμουν.
- Και γιατί δεν ερχόσουν.
- Γιατί δεν έχω τίποτα.
Ο γιατρός ανταλλάσσει ματιές με τους φίλους του Γιάννη.
Στραβώνει τα χείλη του. Κατάλαβε. Τον εξετάζει, τον στηθοσκοπεί, τον καρδιοσκοπεί, τον στομαχοσκοπεί, τον αντεροσκοπεί.
- Οι κενώσεις.
- Αυτό μας έλειπε.
- Δεν έχεις τίποτα.
- Δεν σας το έλεγα, γιατρέ.
- Να τρως καλά μονάχα. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Κατά προτίμηση κρέας, ψάρια, γάλα, τυρί, βούτυρο. Απ’ όλα.
- Νερό να πίνω, γιατρέ .
- Να πίνεις.
- Και πρωί και μεσημέρι και βράδυ.
- Ναι να τρως απ’ όλα, ότι βρεις.
- Αυτό και κάνω γιατρέ.
- Θα με τρελάνεις. Τι κάνεις.
- Ότι βρω τρώγω και πίνω. Νερό το πρωί, νερό το μεσημέρι, νερό το βράδυ. Νερό πριν από το νερό (φαγί). Νερό πάνω από το νερό (φαγί).
- Α, α! Δεν είναι ειδικότητάς μας αυτή η αρρώστια.
Και φώναξε τον «επόμενο» ο γιατρός.
Ένα ταξί ζήτησε ο Γιάννης για να φύγουν. Μπήκαν στο
αυτοκίνητο και κάθισε πλαγιαστός, όσο μπορούσε χαμηλότερα για το φόβο του μπακάλη, του χασάπη, του πραματευτή, του ράφτη, του καφετζή. Και σε ποιο δε χρωστούσε.
Από αγοραφοβία έπασχε ο Γιάννης. Σ’ όλους χρωστούσε. Μονάχα του ... Ρόπα δε χρωστούσε.
ΠΕΤΡΟΣ ΛΑΠΟΡΗΣ
(Αντρέας Ι. Χατζηπαύλου)
(Δημοσιεύτηκε στο ΝΕΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ την Κυριακή 11.5.1952)
